Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νότος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νότος Προφορά: νότος
  1. υγρασία, νερό, πάχνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παραδείγματα:
    1) Απόψ’ πολλά νότος ερούξεν.
    2) Ουδέ βοσκήν πα βόσ̌κεται κι ουδέ νότον πα παίρει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια