Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μέσαγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μέσαγμαν Προφορά: μέσαγμαν
  1. 1) το μέσο του μηνός 2) ο μέσος χρόνος της εγκυμοσύνης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια