Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μέσασμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μέσασμαν Προφορά: μέσασμαν
  1. 1) το μέσο του μηνός 2) ο μέσος χρόνος της εγκυμοσύνης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αυγουστί’ μέσασμαν έρ’ται τη Παναΐας. (το μέσο του μηνός)

  2. 1) στα μισά του μηνός, της εγκυμοσύνης κ.α. 2) ο μέσος χρόνος της εγκυμοσύνης και οι ενοχλήσεις της εγκύου γυναίκας στο διάστημα αυτό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα μεσάζω

  3. στα μέσα του μήνα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    « μέσασμαν Κερασινού έτον»

Παρατηρήσεις - Σχόλια