μέσασμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μέσασμαν
Προφορά: μέσασμαν
-
1) το μέσο του μηνός
2) ο μέσος χρόνος της εγκυμοσύνης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) στα μισά του μηνός, της εγκυμοσύνης κ.α.
2) ο μέσος χρόνος της εγκυμοσύνης και οι ενοχλήσεις της εγκύου γυναίκας στο διάστημα αυτό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
στα μέσα του μήνα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης