Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσά μεσού [Επίρρημα, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μεσά - μεσού , 2. μέσα - μεσού Προφορά: 1. μεσά μεσού , 2. μέσα μεσού
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    περίπου μισό

    Παράδειγμα:
    Έναν σακκίν μεσά-μεσού είχͮεν τ’ αφκάτω κόσ̌κινα.

  2. ημιτελώς στο μέσο, ως επίθετο για γυναίκα που αφήνει στη μέση τη δουλειά της Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. εις το μέσον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Σχόλιο:
    τοπικό επίρρημα

    Παράδειγμα:
    « μέσα- μεσού καλοκαιρί ερρώστεσα»

Παρατηρήσεις - Σχόλια