μεσά μεσού [Επίρρημα, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. μεσά - μεσού , 2. μέσα - μεσού
Προφορά: 1. μεσά μεσού , 2. μέσα μεσού
-
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ημιτελώς
στο μέσο, ως επίθετο για γυναίκα που αφήνει στη μέση τη δουλειά της
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
εις το μέσον
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης