μερμηκοφώλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μερμηκοφώλ'
Προφορά: μερμηκοφώλ
-
1) φωλιά του μυρμηγκιού
2) πλήθος σαν μυρμήγκια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μυρμηκοφωλιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης