Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μερακλία [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: μερακλία Προφορά: μερακλία
  1. όμορφα 1) με μεράκι 2) με πάθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εγώ άν ετραβώδεσα ατόσον μερακλία.

  2. μελαγχολικά με μεράκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια