Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πασαρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πασ̌αρεύω Προφορά: πασαρεύω
  1. καταφέρω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης και Τραπεζούντας

    Παράδειγμα:
    'Αμώ σε σ̌κυλίτσον, επασ̌άρεψες ντ’ εθέλ’νες.

  2. κατορθώνω,καταφέρνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τούρκικη λέξη basarmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια