Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πατσή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατσ̌ή Προφορά: πατσή
  1. κόρη η μεγάλη αδελφή, ή άλλη στενή συγγενής μεγαλυτέρας ηλικίας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Μη παρακοιμάσαι Πέφτ’, την πατσ̌ή σ’ κάποιος κλέφτ’. (Η μεγάλη αδελφή, ή άλλη στενή συγγενής μεγαλυτέρας ηλικίας.)
    2) Πατσ̌ή, ν’ αντρίζομε σε θέλεις; ( Κόρη - Ιδίωμα: Σούρμενα)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς (νέπουτσ̌η, πούτσ̌η, πουτσ̌ίκα (άν είναι μικρή) ή πατσ̌ίκα.)

  2. αδελφή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια