Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πατουφανίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατουφανίτσα Προφορά: πατουφανίτσα
  1. 1) ξεχωριστό διαμέρισμα της μάνδρας όπου τοποθετούσαν τα μοσχάρια 2) χωρίσματα του σαρπίν (αποθήκης) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας , Χορτοκοπι

Παρατηρήσεις - Σχόλια