Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πεγνεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πεγνεύκουμαι Προφορά: πεγνεύκουμαι
  1. δέχομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Επεγνεύτες τα δουλείας-ι-μ’.

  2. εγκρίνω είναι της αρεσκείας μου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Πολλά πεγνεύκουμαι τα δουλείας του Στοφόρονος.

  3. παραδέχομαι, επικροτώ 1) βρίσκω κάτι της αρεσκείας μου 2) μου αρέσει κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη beyenmek

Παρατηρήσεις - Σχόλια