Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πάω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πάω Προφορά: πάω
  1. πηγαίνω, ετοιμάζομαι, αρχίζω, ζαλίζομαι, φεύγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Πάω να τρέχω ’κ’ επορώ. ( Πηγαίνω, ετοιμάζομαι, αρχίζω)
    2) Πάει ο νους-ι-μ’. (ζαλίζομαι)
    3) Τ’ έναν ανοίγει και εμπαίν’ και τ’ άλλ’ ασπαλεί και πάει. (φεύγω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια