Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πέλ' Προφορά: πέλ
  1. πατόφτυαρο 1) φτυάρι μακρύ και μυτερό για σκάψιμο 2) ιδιαίτερη δίκελα για να σκάβει κανείς με λιγότερο κόπο 3) μεγάλη δίκελα ποδαριού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. δικέλλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bel= λισγάρι

  3. φτυάρι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    1) λατινική, από τη λατινική λέξη palla
    2) γαλλική, από τη γαλλική λέξη la pelle

Παρατηρήσεις - Σχόλια