πατόφτυαρο1) φτυάρι μακρύ και μυτερό για σκάψιμο
2) ιδιαίτερη δίκελα για να σκάβει κανείς με λιγότερο κόπο
3) μεγάλη δίκελα ποδαριούΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
δικέλλαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη bel= λισγάρι
φτυάριΠηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
Προέλευση:
1) λατινική, από τη λατινική λέξη palla
2) γαλλική, από τη γαλλική λέξη la pelle