Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πελίφτυαρον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πελίφτυ͜αρον
Προφορά: πελίφτυαρον
φτυάρι μακρύ και μυτερό για σκάψιμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
λιχτρί (το)
λίχτρε (η)
ελίχτρε (η)
λιχτρομάκελον (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
πέλ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια