Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη peihonte.
Παραδείγματα: 1) Τ’ εσόν το χουσμέτ ακεί έτον, πεϊχοντιά εντώκατο λάχταν. 2) Νε πουτσ̌η, εσύ πεϊχοντιά ’κ’ εξέβες τον ανέφαρον.