Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πέπενος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πέπενος Προφορά: πέπενος
  1. εφτασμένος, γινωμένος, ώριμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σούρμενα (Εφτασμένος)

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας (Γινωμένος)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας (ώριμος)

  2. ώριμος καρπός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ώριμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο πέπανος - πέπων - πεπαίνω = κάνω κάτι ώριμο, μαλακό

Παρατηρήσεις - Σχόλια