Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πετσαρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πετσ̌α̤ρεύω Προφορά: πετσεαρεύω
  1. καταφέρνω είμαι επιδέξιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σάντας

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη petseremek

    Παραδείγματα:
    1) Ως να θα πετσ̌α̤ρεύ’ς ατο (το σεβταλούκ') ασπρύν’νε τα μαλλία σ’.
    2) Τεμόν η νύφε τιδέν ’κί πετσ̌α̤ρεύ’.
    3) Το τσ̌οπανλούκ' πά' 'κ' επετσ̌έρεψεν.

    Επίθετο :
    πετσ̌α̤ρουχλής
    Θηλυκό: πετσ̌α̤ρουχλήσα,
    Ουδέτερο: πετσ̌α̤ρουχλήν

    Επίρρημα :
    πετσ̌ά̤ρωση
    Ξάι πετσ̌ά̤ρωσην 'κ' έχͮ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια