Προέλευση: Από το τούρκικο πετσερμέκ.
Παράδειγμα: Το τσοπανλούκ πά’ ’κ’ επετσ̌έρεψεν.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.