Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πετσίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πετσίν Προφορά: πετσίν
  1. πετσί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1)Τη ζου το πετσίν ’κ’ εξεράθεν. (Πετσί)
    2) Εγέντον (επέμ’νεν) στούδα̤ και πετσίν. (έγινε πετσί και κόκκαλο, πολυ ίσχνός)
    3) Πετσία γιρουτεύ’. (Είναι δολοπλόκος)
    4) Σύρ’ ατο σα πετσία μ’. (το υπομένω, το ανέχομαι) - Ιδίωμα Ματσούκας
    5) Σύρ’ ατο σην ψ̌η μ’. (το υπομένω, το ανέχομαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια