Προέλευση: από το στερητικό α- και θερίζω
Παράδειγμα: Το κεπί μ’ ακόμαν αθέρ’ έν.
Ουδέτερο: Ενικός: αθέριν / αθέρ' Πληθυντικός: αθέρα̤
Σχόλιο: Ισοδύναμο των τύπων αθέριγος, αθέριγος, αθέριγον και αθέριστος, αθέριστος, αθέριστον.