Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρυδόφυλλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρυδόφυλλον Προφορά: καρυδόφυλλον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φύλλο καρυδιάς

    Παράδειγμα:
    Κράτ' το καρυδόφυλλον και φά' την εβδομάδαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια