Ερμηνεία: χωρίς ποδιά
Παράδειγμα: Αζώσταρος, ασ̌κέπαστος και τα μαλλά̤ σ’ στο χͮ έριν.
Αρσενικό: Ενικός: αζώσταρος Πληθυντικός: αζώσταροι / αζώσταρ'
Θηλυκό: Ενικός: αζώσταρος Πληθυντικός: αζώσταροι / αζώσταρ'
Ουδέτερο: Ενικός: αζώσταρον Πληθυντικός: αζώσταρα
Σχόλιο: Αναλογικός ο σχηματισμός, όχι εύχρηστο στο αρσενικό, λόγω της σημασίας του, χωρίς όμως να αποκλείεται η χρήση του (πχ. ο φουρουντζ̌ής που 'κ' εφόρεσεν εμποδέα όντες εζούμωνεν, μπορεί να είναι "αζώσταρος".