Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αζουχλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αζουχλαεύω Προφορά: αζουχλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εφοδιάζω με τρόφιμα

    Παράδειγμα:
    Εζουχλάεψα κι έστειλα τεν σο θέρος.

    Παράγωγο:
    αζουχλάεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια