Παραδείγματα: 1) Θ’ αλλάζω τον νόμον ατ’, θα αλλάζω την πίστ’ν ατ’. 2) Νά̤ πίστ’ είχͮεν και νά̤ νόμον. (στερείται κάθε ηθικό έρεισμα)
Υποκοριστικό: νομόπον, νομίτσος
Ενικός: νόμος Πληθυντικός: νόμοι