Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νόμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νόμος Προφορά: νόμος
  1. νόμος, τακτική, συνήθεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Θ’ αλλάζω τον νόμον ατ’, θα αλλάζω την πίστ’ν ατ’.
    2) Νά̤ πίστ’ είχͮεν και νά̤ νόμον. (στερείται κάθε ηθικό έρεισμα)

    Υποκοριστικό:
    νομόπον, νομίτσος

Παρατηρήσεις - Σχόλια