Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μεράς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. μερά̤ς , 2. μεριάς Προφορά: μερεάς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δάσος κοινό

    Ιδίωμα:
    Όφεως

    Παράδειγμα:
    Εκάεν ο μεριάς κι επήγαν να ευτάνε ξύλα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια