Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γνέθσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γνέθσιμον Προφορά: γνέθσιμον
  1. γνέσιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο νήθω = κλώθω μαλλί σε νήμα

    Ιδίωμα:
    Σερίανας

    Παράδειγμα:
    Με το γνέθσιμον, το κάμψιμον και το πλέξιμον η γραία εσέρεψεν εκατόν ωβά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια