Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μέρ [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: μέρ' Προφορά: μέρ
  1. που Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) προς το μέρος
    2) στη διεύθυνση

    Παραδείγματα:
    1) Και μέρ’ γιαραεύ’νε ατά τα πανία.
    2) Κορίτσι παιδίν μέρ’ πόλεμον θα πάς;
    3) Ουντάς κρού’ς σον ανέφορον και ση Κρωμί’ μερέαν.

  2. πού; Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια