Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Ο Δεσπότ’ς σ’επίτροπονος εμένεν. (πλαγιάζω, κοιμάμαι) 2) Ντ’ έμ’νεν επέμ’νεν. (εκείνο που αναβάλλεται ουδέποτε εκτελείται, Ιδίωμα: Σταυρί)
Προέλευση: από το αρχαίο ελληνικό ρήμα μένω = μένω στη θέση μου