Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μένω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μένω Προφορά: μένω
  1. πλαγιάζω, κοιμάμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο Δεσπότ’ς σ’επίτροπονος εμένεν. (πλαγιάζω, κοιμάμαι)
    2) Ντ’ έμ’νεν επέμ’νεν. (εκείνο που αναβάλλεται ουδέποτε εκτελείται, Ιδίωμα: Σταυρί)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα μένω = μένω στη θέση μου

  2. κατοικώ, διανυκτερεύω μένω σε κάποιο τόπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. διαμένω, διανυκτερεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια