Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στουλάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στουλάρ' Προφορά: στουλάρ
  1. στύλος, κολώνα ξύλινο κιονόκρανον της ξύλινης κολόνας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σάντας

    Παραδείγματα:
    1) Τον ουρανόν πώς έχτιζαν κι αφκά στουλάρ’ ’κ’ εφήν’ναν.
    2) Η μαντζούρα εγέν’τον άμον στουλάρ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια