Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μελικέρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μελικέρ'
Προφορά: μελικέρ
είδος σταφυλιού με κίτρινο χρώμα σαν κερί και γλυκό σαν μέλι. Έχει ρόγες μικρές και ελλειψοειδείς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Χρήση από:
Κούσης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια