Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Άντρας ατ’ς νισπά̤τ'ς, κι εκείνε κι άλλο νισπά̤ταινα.
Ομόρριζο - Παράγωγο: νισπά̤τλούχ (πείσμα)
Αρσενικό: Ενικός: νισπά̤της / νισπά̤τ'ς Πληθυντικός: νισπά̤τοι / νισπά̤τ'
Θηλυκό: Ενικός: νισπά̤ταινα Πληθυντικός: νισπά̤τοι
Ουδέτερο: Ενικός: νισπά̤τ'κον Πληθυντικός: νισπά̤τ'κα
Επίρρημα: νισπά̤τ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.