Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νικώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νικώ Προφορά: νικώ
  1. καταβάλλω, λογαριάζω, θεωρώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα νικῶ

    Παραδείγματα:
    1) Επάλεψαν κι ενίκεσεν ο Χάρον. (καταβάλλω)
    2) Πολλά ενίκεσεν τ’ αργατικό μ’ κι επέρεν οπίσ’ έναν γορόσ̌. (λογαριάζω, θεωρώ)

Παρατηρήσεις - Σχόλια