Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Οι γιαγκεσιτσ̌ήδες από μακρά σύρουν και παίρουν την κεσέ σ'.
Ενικός: γιαγκεσιτσ̌ής Πληθυντικός: γιαγκεσιτσ̌ήδες