Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γλώσσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γλώσσα Προφορά: γλώσσα
  1. γλώσσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Απάν σην γλώσσα μ’ κείται. (τώρα θα το θυμηθώ και θα το πω)
    2) Αφκά σην γλώσσαν ατ’ κάτ’ έχͮ’. (κάτι μυστικό κρύβει)
    3) η γλώσσα των ζώων.
    4) του παπουτσιού

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό γλῶσσα

  2. γλώσσα, λόγος, ομιλία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) η γλώσσα του έθνους
    2) κανόνας ζυγαριάς

  3. γλώσσα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια