άπαχος, κουτός, ανόητοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παραδείγματα:
1) Λειφτός ασ’ αχούλ'. (κουτός)
2) Μίαν είνας καρή έντρισεν κι επέρεν είναν γιαβάν'.
3) Η μάρ’σα η Μαρία εθαρρεί κάτιναν έχͮ ' κι ο γιος ατ’ς γιαβάντς έν.