Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πεζλιάχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. πεζλιάχ' , 2. πεζλά̤χ Προφορά: 1. πεζλιάχ , 2. πεζλεάχ
  1. πανί με το οποίο τυλίγονται τα απόκρυφα μέρη των μωρών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα πεζλιαχώνω

    Παράγωγο:
    πεζλιάχοπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια