Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

περνίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: περνίζω Προφορά: περνίζω
  1. περνώ, διαβαίνω μεταφέρω στην αντικρινή όχθη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα
    Αργυρούπολης

    Παραδείγματα:
    1) Εφορτώθεν κι επέρνιξεν ατεν ας σο ποτάμ. - Ιδίωμα: Σαντάς δεβάζω.
    2) Νά̤ περνήν περνίζω σε , νά̤ τσ̌αρκούλιν παίρω σε.
    3) Πέρνιξον με έταιρε, το τσ̌αρκούλι μ’ δίγω σε.

  2. 1) περνώ κάποιον από κάπου 2) περνώ απέναντι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. καταλαβαίνω 1) περνώ κάποιον μέσα από ποτάμι 2) περνάω απέναντι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια