Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ἐκλύω = απολύω, λύω
Πραδείγματα: 1) Ατός την κόρην έγλυσεν, την θαυμαστήν την κόρην. 2) Τ’ άλογα κρούγ’νε και τα γαϊδίρα̤ γλύσκουν.
εκ-λύνω
Ενεστώτας: γλύνω Παρατατικός: έγλυνα Μέλλοντας: θα γλύνω Αόριστος: έγλυσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.