Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γλύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γλύνω Προφορά: γλύνω
  1. συνθλίβω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἐκλύω = απολύω, λύω

    Πραδείγματα:
    1) Ατός την κόρην έγλυσεν, την θαυμαστήν την κόρην.
    2) Τ’ άλογα κρούγ’νε και τα γαϊδίρα̤ γλύσκουν.

  2. γλυμμένος, λιώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. λιώνω, πατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    εκ-λύνω

  4. συντρίβω, λιώνω, στουμπίζω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια