Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιάνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πιάνω Προφορά: πιάνω
  1. πιάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Πιάνω απέσ’ , γελώ κάποιον.
    2) Επίασεν ατεν κ’ ερούξεν έμποδος, Βιάζω.
    3) Τόπον μή πιάν’ ή πιάν’ τόπον.
    4) Πιάσκουμαι σα λόγια, λογοφέρνω.
    5) Πιαν’ τ’ άψιμον, ανάβει.
    6) Πιαν’ με ο ψύχον, η βράσα, αρρωσταίνω από.
    7)Πιάσκουμαι (δά̤σκαλος, τσοπάνος....), προσλαμβάνομαι.
    8) Σ’ έναν μασαλάν απάν’ επιάσταν. Συζητώ
    9) Το φαΐν απάν’-ι-μ’ ’κί πιαν’, δεν ωφελεί.

  2. πιάνω, συλλαμβάνω, οχυρώνομαι παίρνω φωτιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πιάνω, εγγίζω, συρράπτω, προσβάλλω, προσκολλιέμαι, ανάβω 1) προσλαμβάνω στην υπηρεσία μου 2) πιάνομαι με κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    πιάσκουμαι = συγκολιέμαι, παθαίνω έκλειψη, πιάνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια