περπεντούλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: περπεντούλ’
Προφορά: περπεντούλ
-
1) λουρίδες χαρτιά ή πανιά σε νήμα
2) φόρεμα καταξεσχισμένο
3) στη Ματσούκα αλυσσίδα γύρω από το κεφάλι της νύφης με μικρούς γάντζους από τους οποίους κρέμονταν φλουριά, νομίσματα πολλά ή λίγα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της νύφης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)