Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

περπεντούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περπεντούλ’ Προφορά: περπεντούλ
  1. 1) λουρίδες χαρτιά ή πανιά σε νήμα 2) φόρεμα καταξεσχισμένο 3) στη Ματσούκα αλυσσίδα γύρω από το κεφάλι της νύφης με μικρούς γάντζους από τους οποίους κρέμονταν φλουριά, νομίσματα πολλά ή λίγα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της νύφης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια