Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πεσλεεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πεσλεεύω Προφορά: πεσλεεύω
  1. τρέφω, ανατρέφω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη peslemek.

    Παράδειγμα:
    Εμέν’ ατέ πεσλέευεν με το μελ’ και το γάλαν.

  2. ανατρέφω, εκτρέφω, μεγαλώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    πεσλεεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια