Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη peslemek.
Παράδειγμα: Εμέν’ ατέ πεσλέευεν με το μελ’ και το γάλαν.
Παθητική Φωνή: πεσλεεύκουμαι
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.