Προέλευση: τουρκική, από το τουρκική λέξη νιάτ
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Η μάισσα εγνάεψεν τα νιγιάτα̤ τουν.
Ενικός: νιγιάτιν / νιγιάτ' Πληθυντικός: νιγιάτα̤