Ερμηνεία: οργώνω για να κάμω νιάμα
Προέλευση: ενιατεύω
Ιδίωμα: Χαλδίας
Παράδειγμα: Είνας ρεντσ̌ιπέρτς εκόσ̌εψεν το κολσόν το μελεσσίδ’ κι ενιάτευεν το χωράφ’ν ατ’.
Ενεστώτας: νιατεύω Παρατατικός: ενιάτευα Μέλλοντας: θα νιατεύω Αόριστος: ενιάτεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.