Ερμηνεία: γίνομαι νέος
Παράδειγμα: Τ’ εμόν η κάρδα̤ τ’ άκλερον γερά και ’κί νεούται.
Ενεστώτας: νεώνω Παρατατικός: ενέωνα Μέλλοντας: θα νεώνω Αόριστος: ενέωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.