Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νέφιρμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νέφιρμαν Προφορά: νέφιρμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) η αποβολή ζώου
    2) στις γυναίκες χάσιμον χαταλί'

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια