Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νεστεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νεστεύω Προφορά: νεστεύω
  1. νηστεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Που νεστεύ’νε την Τετράδ, κόφτ’νε τη Δα̤βόλ' τ’ ουράδ’.

  2. νηστεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια