Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νερόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νερόν Προφορά: νερόν
  1. νερό, κάτουρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το αίμαν νερόν ’κί γίνεται. (νερό)
    2) Το νερόν ασό κιφάλ’ κόφτ’ν ατο. (νερό)
    3) Πυκνά πάει προς νερού. (κάτουρο)
    4) Σ'κών’ νερόν η δουλεία.
    5) Ατό η δουλεία πολλά νερόν σ'κών’. (χρειάζεται σκέψη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια