Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) είδος δένδρου φέροντος καρπούς κερασοειδείς αλλά μικρούς, κίτρινους κατά την ωρίμανση, αμυλώδεις και γλυκύτατους μετά πυρήνος λίαν σκληρού και ευμεγέθους. Παρόμοιο είναι η γρανιτζιά ή μικροκούκκι της δημώδους. Οι ρώγες αυτής λέγονται λωτόμηλα
2) ποικιλία αγριοτζιτζιφιάς με αμυλώδη, αλευρώδη καρπό (Ιδίωμα: Σταυρί)
3) Παχͮ υμένον λουτούδ’. (ονόμαζαν κάθε ζώο ή άνθρωπο παχύ, Ιδιωμα: Σαντάς)
4) Επάχͮ υνεν κι εγέντον λουτούδ’. (ονόμαζαν κάθε ζώο ή άνθρωπο παχύ, Ιδίωμα: Σαντάς)
Προέλευση:
εκ του λωτός
Χρήση από:
Κούσης
Ερμηνείες:
1) δασικό δέντρο με σταχτύ κορμό
2) τα παχουλά (μεταφορικά)
προέλευση:
αρχαίο λωτός