Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λούρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λούρα Προφορά: λούρα
  1. λύρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Λίτσασας

    Παράδειγμα:
    Η λούρα το χωρίον σο ποδάριν εσ'κώνισ̌κεν (σήκωσε).

Παρατηρήσεις - Σχόλια