Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πεντικόλαδον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πεντικόλαδον
Προφορά: πεντικόλαδον
ελαιόλαδο μέσα στο οποίο έριχναν μικρά ποντίκια και τα άφηναν να διαλυθούν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Άδισσας
Παράδειγμα:
Ποντικόλαδον έσταζαν σ’ ωτίν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια