Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λοιμική (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λοιμική Προφορά: λοιμική
  1. ιλαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σην λοιμικήν φόρ’τσον τον άρρωστον κόκκινα.

  2. ιλαρά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. η ασθένεια ιλαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    προέλευση:

    λοιμικός-λοιμός

  4. ιλαρά λοιμώδης νόσος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. επιδημική ιλαρά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο λοιμός - λοιμικός.

    2.Σχόλια:
    Η λοιμώδης νόσος που προσδιορίζεται από το επίθετο ουσιαστικοποιημένο.
    Γενική: τη λοιμικής
    Αιτιατική: την λοιμικήν

    3. Παράδειγμα:
    Επίασεν ατον η λοιμική και 'κ' επόρεσεν να πάει σο σχολείον.

    4.Αναφορά:
    Ασθενώς διακειμένους δια την λοιμικήν είναι πάρ' αυτοίς κατάστασιν... (Ιπποκράτη Επιστολαί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια